Μια άγνωστη κυρία με ψάχνει
Follow us on Social Mediaxthreads
Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα στη δουλειά. Ο ήλιος έκαιγε νωχελικά πίσω από τις βιτρίνες της κάβας, κι εγώ τακτοποιούσα φιάλες αργά, δίχως σκέψη. Μια ακόμα μέρα όπως όλες, ή έτσι νόμιζα. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο.
Σήκωσα το ακουστικό αδιάφορα, αλλά η φωνή στην άλλη άκρη μ’ έκανε να παγώσω. Γυναικεία, σταθερή, με μια βραχνάδα σχεδόν θεατρική.
«Καλησπέρα… είσαι ο νεαρός που δουλεύει εκεί;»
«Ναι, πείτε μου…»
«Σε έχω δει. Σε παρατηρώ καιρό. Θέλω να σου μιλήσω… αλλά όχι σαν πελάτισσα.»
Ένα ρίγος με διαπέρασε. Η φωνή της δεν είχε κάτι επιθετικό, όμως ήταν γεμάτη νόημα. Υπήρχε ένας τόνος στο τέλος κάθε πρότασης που έσταζε υποσχέσεις.
«Δε θα σου πω το όνομά μου. Αλλά αν θέλεις… κράτησε το δικό μου. Κάλεσέ με απόψε. Μόνο αν το θέλεις πραγματικά.»
Κι έκλεισε. Έμεινα ακίνητος, κρατώντας το ακουστικό. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο δυνατά από το συνηθισμένο.
Το ίδιο βράδυ, αφού γύρισα σπίτι και έμεινα μόνος, κάλεσα. Η φωνή της με χαιρέτησε σαν να με περίμενε καιρό.
Μιλήσαμε για ώρες. Δεν μου αποκάλυψε την ταυτότητά της, αλλά κάθε λέξη της ήταν μια ματιά στο σκοτεινό, μυστικό της κόσμο. Έμαθα ότι ήταν παντρεμένη. Πως είχε χρόνια να νιώσει πραγματική επιθυμία. Πως είχε δει σε μένα κάτι… που είχε καιρό να αισθανθεί.
«Είσαι μικρός, ναι… αλλά έχεις βλέμμα που δεν ξεχνιέται. Με αναστατώνει.»
Η ένταση ανάμεσά μας χτίστηκε γρήγορα. Λόγια γυμνά, αβίαστα, χωρίς βωμολοχίες – μα με ηλεκτρισμό. Το μυαλό μου την έντυνε με εικόνες. Καστανή, κομψή, με βλέμμα που διατάζει χωρίς να φωνάζει. Και με σώμα που έχει ωριμάσει χωρίς να χάσει τη λάμψη του.
Το πρώτο μας «παιχνίδι» έγινε μόνο με φωνές. Εκείνη, με μια ανάσα να τρέμει, μου εξηγούσε πώς άγγιζε το κορμί της. Κι εγώ, κλείνοντας τα μάτια, ένιωθα σαν να ήμουν εκεί – να την οδηγώ με λόγια, να την κρατάω στη φαντασία μου από τη μέση και να ψιθυρίζω όσα δεν θα τολμούσε να ακούσει κανείς άλλος.
Κάθε νύχτα γινόταν πιο τολμηρή. Με ήθελε να την καθοδηγώ, να φαντάζομαι, να λέω. Κι εγώ, με έκπληξη, ανακάλυπτα ότι αυτή η γυναίκα – σχεδόν διπλάσια σε ηλικία – με έκανε να νιώθω πιο άντρας απ’ όσο είχα νιώσει ποτέ.
Δεν ήξερα το πρόσωπό της. Δεν είχα δει το χαμόγελό της. Κι όμως, την ένιωθα οικεία, σαν να τη γνώριζα χρόνια.
Κάποτε, σχεδόν ασυναίσθητα, πέρασε από τη δουλειά. Κατάλαβα ποια ήταν. Τα μάτια της με κοίταξαν για λίγο, πιο πολύ απ’ όσο επιτρέπει η ευγένεια. Δεν μιλήσαμε ποτέ ξεκάθαρα. Το μυστήριο έμεινε ανάμεσά μας, κρυφό αλλά ζωντανό.
Συνεχίσαμε για εβδομάδες. Λόγια. Επιθυμίες. Παιχνίδια φαντασίας. Ποτέ δεν πέρασε στο πραγματικό. Πάντα κάτι τη φρέναρε. Ο φόβος; Η ηθική; Δεν έμαθα ποτέ.
Και μια μέρα… εξαφανίστηκε. Δεν ξανακάλεσε. Ο αριθμός δεν απαντούσε. Έμεινα με μια επιθυμία μισοτελειωμένη, μια ιστορία χωρίς τέλος.
Αλλά ακόμα και τώρα, χρόνια μετά, όταν ο κόσμος σωπαίνει και τα φώτα χαμηλώνουν, θυμάμαι εκείνη τη φωνή στο ακουστικό. Τη βραχνάδα, το ρίγος, τη φράση της που δεν έφυγε ποτέ απ’ το μυαλό μου:
«Με βλέπεις κάθε μέρα, αλλά δεν με κοιτάς… ακόμα.»
Πέρασαν μέρες χωρίς νέα της.
Εκείνος ο αριθμός έμεινε αποθηκευμένος, σιωπηλός, σαν μια παλιά φωτογραφία ξεχασμένη σε συρτάρι. Κάθε φορά που κοίταζα την οθόνη, κάτι μέσα μου ήλπιζε. Αλλά τίποτα.
Και μετά… ένα πρωινό, στις 6:23, ένα μήνυμα.
“Είσαι ακόμα εκεί;”
Η καρδιά μου έκανε έναν μικρό κόμπο πριν χτυπήσει ξανά, πιο γρήγορα. Δεν υπήρχε όνομα. Ούτε εξήγηση. Μόνο η φράση – απλή, σχεδόν ευάλωτη.
Την ίδια στιγμή ήξερα. Ήταν εκείνη.
Απάντησα σχεδόν χωρίς να σκεφτώ.
“Σε περίμενα.”
Το παιχνίδι ξανάρχισε, σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα. Όμως αυτή τη φορά, κάτι είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε βιασύνη. Δεν υπήρχε ορμή. Υπήρχε… βάθος. Μια αργή επιστροφή. Κάτι ανάμεσα σε εξομολόγηση και εξάρτηση.
Μου εξήγησε ότι είχε χαθεί μέσα στην ενοχή της. Ότι αυτό που κάναμε, όσο όμορφο κι αν ήταν, την φόβιζε. Είχε συνηθίσει να είναι πάντα η σωστή. Η γυναίκα του “πρέπει”. Η κυρία του καθήκοντος. Και ξαφνικά, ένας άγνωστος, 20 χρόνια νεότερός της, την είχε κάνει να νιώσει ζωντανή.
«Μου δίνεις ζωή όταν σου μιλάω. Και μου παίρνεις τον έλεγχο. Δεν με έχεις αγγίξει… κι όμως με έχεις γδύσει.»
Μου εξομολογήθηκε ότι με είχε παρατηρήσει για μήνες. Κάθε φορά που περνούσε από την κάβα, έβρισκε δικαιολογία να κοιτάξει λίγο παραπάνω. Να αγοράσει ένα ακόμα μπουκάλι που δεν χρειαζόταν, μόνο και μόνο για να σταθεί μπροστά μου. Να με ακούσει να λέω “παρακαλώ”. Να την εξυπηρετώ χωρίς να ξέρω πόσο πολύ τη φλογίζει αυτή η τυχαία επαφή.
Η επιθυμία μας είχε πια γίνει λέξεις. Μηνύματα στη μέση της ημέρας, ανάσες στο ακουστικό τη νύχτα, περιγραφές γεμάτες φαντασία και υπόσχεση. Δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ έξω από τα τυπικά. Μα η οικειότητα ανάμεσά μας, λες και είχε χτιστεί σε άλλη ζωή.
Κάποια βραδιά, μου ζήτησε να της περιγράψω πώς θα ήταν αν ήμασταν επιτέλους μόνοι. Στο σπίτι της. Με φως χαμηλό. Με μουσική που δεν θα ακουγόταν ποτέ γιατί θα σκεπαζόταν απ’ τις ανάσες μας.
Της περιέγραψα πώς θα λύγιζε το φόρεμά της με τα δάχτυλά μου, πώς θα ακουμπούσα απαλά τον λαιμό της με τα χείλη μου, πώς θα άφηνα το σώμα της να με καθοδηγεί. Δεν είπε κουβέντα. Άκουγε. Αναστέναζε. Σιωπούσε στις κρίσιμες στιγμές – αλλά η σιωπή της ήταν η πιο ερωτική απάντηση που μπορούσα να φανταστώ.
“Θα ήθελες να με δεις έτσι;”
“Όχι.”
“Όχι;”
“Θέλω να σε δω όπως είσαι. Όχι μόνο να σε δω… να σε νιώσω.”
Και τότε ήρθε εκείνη η φράση. Σχεδόν ψιθυριστή:
“Αν σου έλεγα να έρθεις ένα απόγευμα… θα ερχόσουν;”
Έμεινα για λίγο χωρίς απάντηση. Όχι γιατί δεν ήξερα τι να πω. Αλλά γιατί δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήρθε η στιγμή.
“Θα έρθω. Όχι για να σε αγγίξω. Για να με αφήσεις να σε ανακαλύψω.”
Πώς σας φάνηκε η ιστορία;
☆
☆
☆
☆
☆
💬 Σχόλια (0)
😘
Δήμητρα, 35
📍 Ηράκλειο
"Μοναχική βραδιά... θέλεις παρέα;"
💃
Μαρία, 32
📍 Θεσσαλονίκη
"Θέλω να μοιραστώ τις φαντασιώσεις μου..."
✨
Αθηνά, 27
📍 Βόλος
"Θέλω να γνωρίσω κάποιον ανοιχτόμυαλο..."
Σχετικές ιστορίες
Πάθος
Η υπάκουη μικρή (1ο μέρος)
Πριν μερικά χρόνια πήδαγα τη μάνα της. Για την ακρίβεια δεν την πήδαγα μόνο, την ταπείνωνα, την ξεφτίλιζα, την έδερνα κι η καλοστεκούμενη σαρανταπεντάρα τότε, ακόρεστη, ζητούσε περισσότερα, αχόρταγη ρ...
Πάθος
Φοιτήτρια ψάχνει χορηγούς στην Θεσσαλονίκη
Ένα βράδυ ήμουν τόσο καυλωμένη που είπα να βγω να διασκεδάσω. Πήγα στα μπαράκια της παραλιακής στην Θεσσαλονίκη και μετά από μια βόλτα για μάτι στο Azzurro και στο Shark άραξα στο Κitchen Bar. Ένα υπέ...
Πάθος
Η απιστία της μάνας μου
Έχοντας δει άπειρες ιστορίες στο συγκεκριμένο site αποφάσισα να δω την δίκη μου. (Τα ονόματα ειναι αλλαγμένα για προφανείς λόγους) Είμαι ο Νίκος και θα σας περιγράψω μία ιστορία που συνέβη πριν λίγο...