Με την κοπέλα μου έχουμε μια σχέση που δεν χωρά εύκολα σε κουτιά. Δεν μας απασχολεί αν κάποιοι τη θεωρούν «υπερβολική». Για εμάς είναι αληθινή. Και, κάποιες φορές, επικίνδυνα ζωντανή.
Μας αρέσει η αίσθηση της ελευθερίας. Οι παραλίες όπου το σώμα δεν κρύβεται πίσω από υφάσματα, αλλά και όπου το βλέμμα έχει χώρο να περιπλανηθεί. Δεν πάμε για να προκαλέσουμε. Πάμε για να νιώσουμε. Να αφήσουμε τον ήλιο και τον αέρα να μας θυμίσουν ότι είμαστε εδώ.
Εκείνη την Παρασκευή δεν περιμέναμε τίποτα. Λίγος κόσμος, ησυχία, θάλασσα. Στήσαμε τα πράγματά μας με διακριτική απόσταση, μιλήσαμε χαμηλόφωνα, γελάσαμε. Όσο περνούσε η ώρα, κάτι άλλαζε. Κινήσεις γύρω μας, μικρές μετατοπίσεις. Καρέκλες που στρέφονταν, βλέμματα που έμεναν λίγο παραπάνω.
Η κοπέλα μου ξάπλωσε. Χωρίς βιασύνη. Μιλούσε και χαμογελούσε, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Κι όμως, συνέβαιναν πολλά. Μικρές κινήσεις, ανεπαίσθητες, αρκετές για να ανάψουν φαντασίες. Το ένιωθα στον τρόπο που η ατμόσφαιρα βάραινε.
Δεν χρειαζόταν να κοιτάξω. Το καταλάβαινα. Κι εκείνη το ήξερε. Μου άγγιξε το πόδι, σαν σήμα. Όχι για να πάμε παρακάτω. Για να μείνει εκεί, στη στιγμή. Να τεντωθεί ο χρόνος.
Κάποιοι έφευγαν, άλλοι πλησίαζαν. Ένας νεαρός στάθηκε πιο κοντά απ’ όσο περίμενα. Φαινόταν αμήχανος και περίεργος μαζί. Εκείνη τον ένιωσε πριν τον δει. Σταμάτησε να μιλά και γύρισε ελάχιστα το κεφάλι της. Τα μάτια της έλαμψαν — όχι από πρόθεση, αλλά από ένστικτο.
Η θάλασσα γέμισε κίνηση. Άνθρωποι που περνούσαν μπροστά μας, τάχα αδιάφοροι. Το παιχνίδι δεν παιζόταν με πράξεις, αλλά με σιωπές. Με παύσεις. Με εκείνες τις στιγμές που αναρωτιέσαι αν φαντάζεσαι ή αν όντως συμβαίνει.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε. «Επιστρέφω», μου είπε. Ο τόνος της δεν άφηνε ερωτήσεις. Την είδα να απομακρύνεται προς τα βράχια. Έμεινα να κοιτάζω τη θάλασσα, μα το μυαλό μου έτρεχε. Δεν ήξερα τι γινόταν. Και αυτό ήταν το πιο δυνατό κομμάτι.
Γύρισε λίγο αργότερα. Δεν μίλησε. Κάθισε δίπλα μου. Μου έπιασε το χέρι και το έφερε κοντά της, σαν να μου ζητούσε να ακούσω μια ιστορία χωρίς λέξεις. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Ήταν γεμάτο.
Καθίσαμε κι άλλο. Η παραλία άδειαζε σιγά-σιγά. Όταν φύγαμε, δεν είπαμε πολλά. Δεν χρειαζόταν. Το βράδυ, στο σπίτι, μου μίλησε. Όχι για να εξηγήσει. Για να με αφήσει να δω τη σκηνή όπως τη βίωσε εκείνη. Κάθε λέξη ήταν προσεκτική. Κάθε παύση μετρούσε.
Κατάλαβα τότε κάτι: δεν ήταν αυτό που έγινε — ή δεν έγινε. Ήταν ότι το ζήσαμε μαζί, ακόμα κι όταν δεν ήμασταν στον ίδιο χώρο. Κι αυτό, για εμάς, είναι το πιο δυνατό παιχνίδι.
Η γυναίκα μου, πριν παντρευτούμε, είχε έναν «κολλητό». Τον αναφέρω έτσι γιατί δεν ήταν ούτε γκόμενος ούτε φίλος. Φασωνόντουσταν περιοδικά όταν είχαν καύλες χωρίς περισσότερες δεσμεύσεις, κάτι σαν fuck...
Λεπτομέρειες
Κατηγορία:
Κυριακή βράδυ και είμαι στην καφετέρια περιμένοντας με τους φίλους να δούμε τον τελικό του ποδοσφαίρου. Είχα φύγει πιο νωρίς από το σπίτι και μου είχε κάνει εντύπωση η ερώτηση...
Με λένε Βίβιαν. Είμαι τριάντα ενός χρονών και παντρεμένη με τον Γιάγκο εδώ και έξι χρόνια. Το σπίτι μας είναι ένα μικρό διαμέρισμα στον τρίτο όροφο, με τους τοίχους να μυρίζουν ακόμα το χρώμα που βάψα...
Συνέβη και όποιος θέλει το…πιστεύει, θέλω να πω εξαρχής,θα ομολογήσω ότι διάβαζα ιστορίες με δήθεν άγνωστες που πηδιόντουσαν με αγνώστους και δεν τις πίστευα γιατί, δεν βρίσκεις γκόμενες έτσι εύκολα, ...